Παρά τη σαφή βελτίωση του κλίματος, που οφείλεται στην εκτίμηση ότι οι Ευρωπαίοι δεν θα εγκαταλείψουν -τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον- την Ελλάδα στην τύχη της, οι συνθήκες στην πραγματική οικονομία εξακολουθούν να επιδεινώνονται, χτυπώντας αδιακρίτως βιώσιμες και μη επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως μεγέθους και δραστηριότητας, με αποτέλεσμα να καταστρέφεται παραγωγικό δυναμικό, να αυξάνεται αλματωδώς η ανεργία, να καθίσταται δυσχερέστερη η ανάκαμψη.
Αυτό που εξομοιώνει τις επιχειρήσεις οι οποίες έχουν τις προϋποθέσεις να αντέξουν το σοκ της βίαιης αναδιάρθρωσης του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας με εκείνες που δεν έχουν μέλλον σε μια οικονομία με μικρότερη συμμετοχή της ιδιωτικής και της δημόσιας κατανάλωσης στο ΑΕΠ, είναι η έλλειψη ρευστότητας.
Με εξαίρεση λίγες, πολύ μεγάλες επιχειρήσεις που εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση στην αγορά κεφαλαίων, αλλά με υψηλό κόστος (ακόμη και ο ΟΤΕ, ο οποίος είναι και θυγατρική της πανίσχυρης Deutsche Telekom, δανείστηκε με επιτόκιο σχεδόν 8%), όλες οι άλλες ελληνικές επιχειρήσεις λειτουργούν σε συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας. Ούτε το τραπεζικό σύστημα ούτε το Δημόσιο είναι σε θέση να δώσουν μια ουσιαστική ανάσα ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.
Σε ό,τι αφορά τις τράπεζες, οι χορηγήσεις δεν πρόκειται να ενισχυθούν έως ότου τουλάχιστον ολοκληρωθεί η ανακεφαλαιοποίησή τους. Μόνο μετά την ανακεφαλαιοποίηση θα υπάρχουν έστω και οι βασικές προϋποθέσεις αφενός μεν για να βελτιώσουν τη ροή χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, αφετέρου δε για να κινηθούν πιο επιθετικά στην κατεύθυνση της εξυγίανσης των δανειακών τους χαρτοφυλακίων, ξεκαθαρίζοντας τι είναι βιώσιμο και μπορεί να χρηματοδοτηθεί και τι όχι. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η κυβέρνηση, αλλά και η τρόικα αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη το αίτημα των τραπεζών για παράταση της προθεσμίας για την ανακεφαλαιοποίηση. Η αποκατάσταση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών εκτιμάται ότι θα ενισχύσει και την τάση επιστροφής των καταθέσεων, άρα και τη δυνατότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων να ανακόψουν τη μείωση των χορηγήσεών τους. Προς την κατεύθυνση αυτή, η κυβέρνηση και η τρόικα αντιμετωπίζουν θετικά το ενδεχόμενο να δοθεί φορολογική αμνηστία για κεφάλαια που θα επαναπατριστούν.
Σε ό,τι αφορά το Δημόσιο, στην παρούσα φάση έχει ρευστό, αλλά δεν μπορεί να εξοφλήσει γρήγορα τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του. Συγκεκριμένα, στους λογαριασμούς του κράτους στην Τράπεζα της Ελλάδος υπάρχουν ρευστά διαθέσιμα ύψους 4 δισ. ευρώ, ενώ τις επόμενες ημέρες θα προστεθούν και τα 2,8 δισ. ευρώ της δόσης που ενέκρινε την Παρασκευή το Euro Working Group.
Παρόλα αυτά, οι προσδοκίες για μια ισχυρή ένεση ρευστότητας στην αγορά που καλλιεργήθηκαν τον περασμένο Δεκέμβριο δεν επιβεβαιώνονται. Κατ’ αρχάς, επειδή το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους είναι υποχρεωμένο να κρατά κάποια διαθέσιμα για την περίπτωση που υπάρξει, για τον οποιοδήποτε λόγο, καθυστέρηση στην καταβολή των επόμενων δόσεων. Κυρίως, όμως, επειδή οι δημόσιοι φορείς δεν είναι σε θέση να εξοφλήσουν τα χρέη που συσσώρευσαν κατά την περίοδο που είχε ανασταλεί η καταβολή των δόσεων του δανείου. Είναι ενδεικτικό ότι ενώ υπήρχαν διαθέσιμα 4 δισ. ευρώ και ο στόχος του προϋπολογισμού για επιστροφή φόρων τον Ιανουάριο ήταν 311 εκατ. ευρώ, οι δικαιούχοι φορολογούμενοι πήραν μόλις 43 εκατ. Κι αυτό, σύμφωνα με υψηλόβαθμα στελέχη του υπουργείου Οικονομικών, οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Οι εφορίες δεν έχουν προσωπικό. Το υφιστάμενο προσωπικό έχει άλλες προτεραιότητες, όπως η είσπραξη ληξιπρόθεσμων. Τέλος, έχουν εντοπιστεί προϊστάμενοι ΔΟΥ οι οποίοι δεν επιστρέφουν τους φόρους για να εμφανίζουν καλύτερα αποτελέσματα.
Το γεγονός ότι το Γενικό Λογιστήριο εκδίδει μια εντολή πληρωμής δεν σημαίνει και άμεση εξόφληση της οφειλής, εξαιτίας των γραφειοκρατικών διαδικασιών που παρεμβάλλονται. Είναι ενδεικτικό ότι ο κ. Σταϊκούρας ενέκρινε τον Ιανουάριο πληρωμές σχεδόν 1 δισ. ευρώ, αλλά πληρώθηκαν μόλις 140 εκατ. ευρώ.
Εξαιτίας των γραφειοκρατικών διαδικασιών αρκετό χρόνο χρειάζεται για να φτάσει στην πραγματική οικονομία και η ρευστότητα από άλλες πηγές, όπως η ΕΤΕπ. Είναι ενδεικτικό ότι οι τράπεζες συγκεντρώνουν κάποιες αιτήσεις για δάνεια (π.χ. συνολικού ύψους 10 εκατ. ευρώ) τις στέλνουν προς έγκριση στην ΕΤΕπ και αφού εγκριθούν, καταβάλλεται το αντίστοιχο ποσό στις ελληνικές τράπεζες για να χορηγηθεί στη συνέχεια στις επιχειρήσεις.
Αυτό που εξομοιώνει τις επιχειρήσεις οι οποίες έχουν τις προϋποθέσεις να αντέξουν το σοκ της βίαιης αναδιάρθρωσης του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας με εκείνες που δεν έχουν μέλλον σε μια οικονομία με μικρότερη συμμετοχή της ιδιωτικής και της δημόσιας κατανάλωσης στο ΑΕΠ, είναι η έλλειψη ρευστότητας.
Με εξαίρεση λίγες, πολύ μεγάλες επιχειρήσεις που εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση στην αγορά κεφαλαίων, αλλά με υψηλό κόστος (ακόμη και ο ΟΤΕ, ο οποίος είναι και θυγατρική της πανίσχυρης Deutsche Telekom, δανείστηκε με επιτόκιο σχεδόν 8%), όλες οι άλλες ελληνικές επιχειρήσεις λειτουργούν σε συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας. Ούτε το τραπεζικό σύστημα ούτε το Δημόσιο είναι σε θέση να δώσουν μια ουσιαστική ανάσα ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.
Σε ό,τι αφορά τις τράπεζες, οι χορηγήσεις δεν πρόκειται να ενισχυθούν έως ότου τουλάχιστον ολοκληρωθεί η ανακεφαλαιοποίησή τους. Μόνο μετά την ανακεφαλαιοποίηση θα υπάρχουν έστω και οι βασικές προϋποθέσεις αφενός μεν για να βελτιώσουν τη ροή χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, αφετέρου δε για να κινηθούν πιο επιθετικά στην κατεύθυνση της εξυγίανσης των δανειακών τους χαρτοφυλακίων, ξεκαθαρίζοντας τι είναι βιώσιμο και μπορεί να χρηματοδοτηθεί και τι όχι. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η κυβέρνηση, αλλά και η τρόικα αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη το αίτημα των τραπεζών για παράταση της προθεσμίας για την ανακεφαλαιοποίηση. Η αποκατάσταση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών εκτιμάται ότι θα ενισχύσει και την τάση επιστροφής των καταθέσεων, άρα και τη δυνατότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων να ανακόψουν τη μείωση των χορηγήσεών τους. Προς την κατεύθυνση αυτή, η κυβέρνηση και η τρόικα αντιμετωπίζουν θετικά το ενδεχόμενο να δοθεί φορολογική αμνηστία για κεφάλαια που θα επαναπατριστούν.
Σε ό,τι αφορά το Δημόσιο, στην παρούσα φάση έχει ρευστό, αλλά δεν μπορεί να εξοφλήσει γρήγορα τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του. Συγκεκριμένα, στους λογαριασμούς του κράτους στην Τράπεζα της Ελλάδος υπάρχουν ρευστά διαθέσιμα ύψους 4 δισ. ευρώ, ενώ τις επόμενες ημέρες θα προστεθούν και τα 2,8 δισ. ευρώ της δόσης που ενέκρινε την Παρασκευή το Euro Working Group.
Παρόλα αυτά, οι προσδοκίες για μια ισχυρή ένεση ρευστότητας στην αγορά που καλλιεργήθηκαν τον περασμένο Δεκέμβριο δεν επιβεβαιώνονται. Κατ’ αρχάς, επειδή το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους είναι υποχρεωμένο να κρατά κάποια διαθέσιμα για την περίπτωση που υπάρξει, για τον οποιοδήποτε λόγο, καθυστέρηση στην καταβολή των επόμενων δόσεων. Κυρίως, όμως, επειδή οι δημόσιοι φορείς δεν είναι σε θέση να εξοφλήσουν τα χρέη που συσσώρευσαν κατά την περίοδο που είχε ανασταλεί η καταβολή των δόσεων του δανείου. Είναι ενδεικτικό ότι ενώ υπήρχαν διαθέσιμα 4 δισ. ευρώ και ο στόχος του προϋπολογισμού για επιστροφή φόρων τον Ιανουάριο ήταν 311 εκατ. ευρώ, οι δικαιούχοι φορολογούμενοι πήραν μόλις 43 εκατ. Κι αυτό, σύμφωνα με υψηλόβαθμα στελέχη του υπουργείου Οικονομικών, οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Οι εφορίες δεν έχουν προσωπικό. Το υφιστάμενο προσωπικό έχει άλλες προτεραιότητες, όπως η είσπραξη ληξιπρόθεσμων. Τέλος, έχουν εντοπιστεί προϊστάμενοι ΔΟΥ οι οποίοι δεν επιστρέφουν τους φόρους για να εμφανίζουν καλύτερα αποτελέσματα.
Το γεγονός ότι το Γενικό Λογιστήριο εκδίδει μια εντολή πληρωμής δεν σημαίνει και άμεση εξόφληση της οφειλής, εξαιτίας των γραφειοκρατικών διαδικασιών που παρεμβάλλονται. Είναι ενδεικτικό ότι ο κ. Σταϊκούρας ενέκρινε τον Ιανουάριο πληρωμές σχεδόν 1 δισ. ευρώ, αλλά πληρώθηκαν μόλις 140 εκατ. ευρώ.
Εξαιτίας των γραφειοκρατικών διαδικασιών αρκετό χρόνο χρειάζεται για να φτάσει στην πραγματική οικονομία και η ρευστότητα από άλλες πηγές, όπως η ΕΤΕπ. Είναι ενδεικτικό ότι οι τράπεζες συγκεντρώνουν κάποιες αιτήσεις για δάνεια (π.χ. συνολικού ύψους 10 εκατ. ευρώ) τις στέλνουν προς έγκριση στην ΕΤΕπ και αφού εγκριθούν, καταβάλλεται το αντίστοιχο ποσό στις ελληνικές τράπεζες για να χορηγηθεί στη συνέχεια στις επιχειρήσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου