ΕΙΧΑΜΕ ΑΡΧΙΣΕΙ την επίσκεψη μ' εκείνη την ανυπόφορη κατάσταση που αντιμετωπίζαμε κάθε φορά που εγώ έφτανα στο ιατρείο χωρίς να ξέρω για τι πράγμα ήθελα να μιλήσω, κι έτσι δεν μιλούσα .Ή ήξερα τι ήθελα να πω αλλά δεν το έκανα. Ή καταλάβαινα ότι θα ήταν καλύτερα αν δεν είχα έρθει, αλλά όμως βρισκόμουν ήδη εκεί. Ή ούτε ο Χοντρός είχε όρεξη για
κουβέντα και δεν με βοηθούσε. Ή, πάλι, είχε όρεξη για κουβέντα αλλά παρ' όλα αυτά σιωπούσε...Αυτές ήταν οι σιωπηλές ώρες της ψυχοθεραπείας.
Οι πυκνές.
Οι βαριές.
«Εχτές έγραψα κάτι» είπα τελικά στο Χοντρό.
«Αλήθεια...;»
"Σύντομη απάντηση", σκέφτηκα.
«Ναι» απάντησα, ακόμα πιο σύντομα.
«Και...;» με ρώτησε.
"Άρχισε πάλι τα σπαστικά του", σκέφτηκα. «Έχει τίτλο "Ερωτήσεις", όμως, δεν είναι ερωτήσεις.»
«Και τι θέλεις να κάνεις με τις "Ερωτήσεις" που δεν είναι ερωτήσεις;»
«Θα ήθελα να τις διαβάσω εδώ, μαζί σου. Δεν τις έχω ξαναδιαβάσει από τότε που τις έγραψα, χτες το βράδυ. Ξέρω ότι δεν αναζητώ απαντήσεις, έτσι δε θέλω να μου απαντήσεις ούτε εσύ. Θέλω μόνο να με ακούσεις. Θέλω να πω ότι είναι ζητήματα, όχι ερωτήματα.»
«Καταλαβαίνω...» είπε ο Χοντρός, πρόθυμος ν' ακούσει.
Δύσκολο, έτσι;
Σχεδόν αδύνατο;
Ή μήπως... ειλικρινά αδύνατο;
Πώς ζει κανείς αν είναι διαφορετικός;
Τι νόημα έχει να ζεις βασανισμένος;
Μπορείς να ζήσεις με άλλον τρόπο και να διατηρείς την ευφυία σου ή έστω τα λογικά σου;
Κι αν αυτό δεν γίνεται, τότε γιατί δουλεύω με τον εαυτό μου;
Γιατί κάνω ψυχοθεραπεία;
Ποιος είναι ο ρόλος ενός ψυχοθεραπευτή; Να «από-προσαρμόζει» τους ανθρώπους οι οποίοι υποτίθεται ότι τον επισκέπτονται επειδή υποφέρουν;
Κι εγώ τι κάνω σ' αυτήν την αναζήτηση;
Δηλαδή, αυτό που κάνω είναι ν' αλλάζω το ένα βάσανο μ' ένα άλλο και να μην έχω ούτε καν την παρηγοριά ότι το μοιράζομαι με τους υπόλοιπους;
Τι είναι η ψυχοθεραπεία; Μια τεράστια φάμπρικα αποτυχιών για «εκλεκτούς;»
Κάτι σαν μια σέκτα σαδιστών που επινοούν εξεζητημένες μεθόδους βασανιστηρίων, εκλεπτυσμένες και προσωποποιημένες;
Να αληθεύει ότι είναι καλύτερα να υποφέρεις πολύ από την πραγματικότητα παρά να απολαμβάνεις την άγνοια ενός μυθικού σύμπαντος;
Σε τι μπορεί να χρησιμεύσει η πλήρης συνειδητοποίηση της μοναξιάς σου και η υπαρξιακή δέσμευση με τον εαυτό σου;
Σε τι υπερέχεις, παρακαλώ, σε τι υπερέχεις συνηθίζοντας να μην περιμένεις ποτέ τίποτα από κανέναν;
Αν ο υπαρκτός κόσμος είναι για τα σκουπίδια, αν τα αληθινά άτομα είναι τελείως σκατά, αν οι αυθεντικές καταστάσεις της ζωής μας είναι αφόρητες, είναι άραγε υγιές να πασαλείβεσαι με κόπρανα και να κολυμπάς μέσα στα απόβλητα της ανθρωπότητας;
Μήπως έχουν δίκιο οι θρησκείες που προσφέρουν παρηγοριά «εκεί» για όσα δεν μπορείς να αποκτήσεις εδώ;
Μήπως έχουν δίκιο, επίσης, όταν αναθέτουν όλη τη δουλειά σ' έναν παντοδύναμο θεό που θα μας φερθεί καλά αν είμαστε κι εμείς καλά παιδιά;
Δεν είναι πολύ πιο εύκολο να γίνω καλό παιδί από το να είμαι ο εαυτός μου;
Μήπως, άραγε, είναι πολύ πιο χρήσιμο και απλό να δεχτώ τις έννοιες του καλού και του κακού, όπως όλος ο κόσμος;
Ή, τουλάχιστον, μήπως είναι καλύτερα να κάνω όπως όλοι αυτοί που λειτουργούν σαν να συμφωνούσαν απολύτως με αυτή την οπτική;
Μήπως έχουν δίκιο οι μάγοι, οι θεραπευτές, οι κομπογιαννίτες και οι προφήτες που θέλουν να μας γιατρέψουν με τη μαγεία της πίστης μας;
Μήπως έχουν δίκιο όσοι ποντάρουν στις απεριόριστες δυνατότητες του νου μας προκειμένου να μπορέσουμε να ελέγξουμε κάθε εξωτερική κατάσταση ή πράξη;
Μήπως είναι σωστό ότι, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τίποτα έξω από εμένα, και η ζωή μου είναι απλώς ένας μικρός εφιάλτης από αντικείμενα, ανθρώπους και γεγονότα επινοημένα από τη δημιουργικότητα της φαντασίας μου;
Ποιος μπορεί να πιστέψει ότι αυτό που συμβαίνει είναι η μοναδική δυνατότητα;
Κι αν είναι έτσι, ποιο το πλεονέκτημα να γνωρίζεις περισσότερα σχετικά μ' αυτή τη δυνατότητα;
Τι υποχρέωση έχει ο άλλος να με καταλάβει;
Τι υποχρέωση έχει να με αποδεχτεί;
Τι υποχρέωση έχει να με ακούσει;
Τι υποχρέωση έχει να με εγκρίνει;
Τι υποχρέωση έχει να μη μου λέει ψέματα; Τι υποχρέωση έχει να με παίρνει υπόψη του; Τι υποχρέωση έχει να με αγαπάει όπως εγώ θα ήθελα; Τι υποχρέωση έχει να με αγαπάει όσο εγώ θα ήθελα; Τι υποχρέωση έχει ο οποιοσδήποτε άλλος να με αγαπάει; Τι υποχρέωση έχει να με σέβεται; Τι υποχρέωση έχει ο άλλος να αντιλαμβάνεται ότι υπάρχω; Κι αν κανένας δεν αντιλαμβάνεται ότι εγώ υπάρχω, τότε γιατί υπάρχω;
Κι αν η ύπαρξη μου δεν έχει κανένα νόημα, πώς να μη θυσιάσω οτιδήποτε, ναι, ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ, προκειμένου να κρατήσω κοντό μου κάποιο νόημα;
... Κι αν ο δρόμος από τη γέννηση ως το φέρετρο είναι μοναχικός, γιατί να κοροϊδευόμαστε κάνοντας τάχα ότι μπορούμε να βρούμε συντροφιά;
Ο Χοντρός ξερόβηξε...
«Τι νύχτα κι αυτή η χτεσινή, ε;»
«Ναι...» είπα. «Μαύρη, πολύ μαύρη.»
Ο ψυχοθεραπευτής μου άνοιξε τα χέρια του και μου έκανε νόημα να έρθω στη αγκαλιά του.
Όταν πήγα ο Χόρχε με αγκάλιασε όπως, νομίζω, θα έκανε μ' ένα μικρό παιδί...
Ένιωσα την θέρμη και την αγάπη του Χοντρού, κι εκεί έμεινα για όλη την υπόλοιπη ώρα της επίσκεψης, αμίλητος συλλογισμένος...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου