Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Ο ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΗΣ ΧΟΥΡΜΑΔΩΝ


«ΚΟΙΤΑΞΕ, ΟΛΑ ΟΣΑ μου διδάσκεις μου φαίνονται σωστά και, φυσικά, θα μου άρεσε να πιστεύω ότι είναι δυνατόν κάποιος να ζει έτσι... Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι πιστεύω ότι το μοντέλο σου για τη ζωή δεν είναι παρά ένα ωραίο θεωρητικό κατασκεύασμα, ανεφάρμοστο στην καθημερινή πραγματικότητα.»
«Δεν νομίζω...»
«Βέβαια! Εσύ δεν το νομίζεις, γιατί για σένα
πρέπει να είναι πιο εύκολο απ' ό,τι για τους άλλους. Εσύ δημιούργησες έναν τρόπο ζωής ολόγυρα σου, και τώρα σου είναι πιο εύκολο... Εγώ, όμως, και σχεδόν όλοι οι άλλοι, ζούμε σ' έναν φυσιολογικό και συνηθισμένο κόσμο. Εμείς ποτέ δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε όλα όσα απαιτούνται για να τον απολαύσουμε.»
«Η αλήθεια, Ντεμιάν, είναι ότι κι εγώ προέρχομαι από τον ίδιο κόσμο, τον πραγματικό κόσμο, όπως κι εσύ. Κι εγώ κατοικώ στον ίδιο καθημερινό πλανήτη όπου κατοικούμε όλοι μας. Συγκατοικώ με τον ίδιο φυσιολογικό και συνηθισμένο κόσμο που γνωρίζεις... Παραδέχομαι ότι ζω λίγο καλύτερα από την πλειονότητα των ανθρώπων που γνωρίζω, όμως θέλω να σου ξεκαθαρίσω δύο ζητήματα. Το πρώτο είναι ότι το κόστος δεν ήταν διόλου μικρό. Μου κόστισε πολλή ενέργεια και αφοσίωση ώσπου να κατασκευάσω αυτό το "περιβάλλον", όπως λες εσύ, πολύ πόνο και, προπαντός, πολλές απώλειες. Το δεύτερο πράγμα είναι ότι πρόκειται για μια διαδικασία. Θέλω να πω ότι για ν' αλλάξω ό,τι έπρεπε ν' αλλάξω, για να καταφέρω να μην γκρεμιστεί αυτό που ήθελα να διατηρήσω, για να διατρέξω τις διαδρομές που ήθελα να εξερευνήσω, μου πήρε χρόνο. Δεν ήταν κάτι που έγινε από μόνο του, ούτε από τη μια μέρα στην άλλη...»
«Το φαντάζομαι. Όμως, τουλάχιστον, ήξερες ότι στο τέλος υπήρχε η επιβράβευση που σήμερα απολαμβάνεις.»
«Δεν είναι έτσι. Κι αυτή είναι άλλη μια προκατάληψη στη σκέψη σου όταν κάνεις ψυχανάλυση. Εγώ, ποτέ δεν είχα εγγυημένο κανένα βραβείο. Θα έλεγα μάλλον ότι όλος ο δρόμος που έκανα ως εδώ δεν είναι παρά ένα στοίχημα για ένα αποτέλεσμα που, στην πραγματικότητα, δεν έχω κερδίσει ακόμα.»
«Πώς γίνεται αυτό;»
«Έχω πολλά να κάνω ακόμα, Ντεμιάν. Εξάλλου, δεν πιστεύω ότι θα καταφέρω στη ζωή μου, έστω κι αν τη φανταστώ πολύχρονη, να απολαύσω τη πλήρη ολοκλήρωση. Να απολαύσω την απόλυτη έλλειψη κάθε προσδοκίας, να απολαύσω την διανοητική πράξη της απόλυτης αποδοχής των γεγονότων...»
«Μου λες, δηλαδή, ότι κάνεις όλον αυτόν τον κόπο παρότι πιστεύεις πως ποτέ δεν θα καταφέρεις να απολαύσεις πλήρως τα αποτελέσματα;»
«Ναι.»
«Είσαι παλαβός.»
«Σωστά. Όμως, προς δικό σου όφελος, είμαι ένας παλαβός που λέει ιστορίες και που τώρα είναι έτοιμος ν' αρχίσει μια απ' αυτές.»

Σε μία όαση κρυμμένη μέσα στα πιο απόμακρα τοπία της ερήμου, ο γέρος Ελιάου ήταν γονατισμένος δίπλα σε μερικές χουρμαδιές.
Ο γείτονας του, ο Χακίμ, ένας πλούσιος έμπορος, σταμάτησε στην όαση για να πιουν νερό οι καμήλες του και είδε τον Ελιάου να ιδρώνει σκάβοντας στην άμμο.
«Τι νέα, γέροντα; Ειρήνη σ' εσένα.»
«Και σ' εσένα» αποκρίθηκε ο Ελιάου χωρίς να σταματήσει τη δουλειά του.
«Τι κάνεις εδώ, μ' αυτή τη ζέστη και με το φτυάρι στα χέρια;»
«Φυτεύω» αποκρίθηκε ο γέρος.
«Μα τι φυτεύεις εδώ, Ελιάου;»
«Χουρμάδες» αποκρίθηκε ο Ελιάου δείχνοντας γύρω του τις χουρμαδιές.
«Χουρμάδες!» επανέλαβε ο νεοφερμένος. Κι έκλεισε τα μάτια με συγκατάβαση, σαν να 'χε ακούσει την μεγαλύτερη ηλιθιότητα του κόσμου. «Η ζέστη σε πείραξε στο μυαλό, αγαπητέ μου φίλε. Έλα, παράτα αυτή τη δουλειά και πάμε στη σκηνή μου να πιούμε ένα ποτήρι.»
«Όχι, πρέπει να τελειώσω το φύτεμα. Μετά, αν θέλεις, θα πιούμε...»
«Για πες μου, φίλε μου, πόσων ετών είσαι;»
«Ξέρω κι εγώ... Εξήντα, εβδομήντα, ογδόντα... Δεν ξέρω... Το ξέχασα. Όμως, τι σημασία έχει αυτό;»
«Κοίταξε, φίλε. Οι χουρμαδιές θέλουν πάνω από πενήντα χρόνια ώσπου να μεγαλώσουν, και μόνο όταν γίνουν μεγάλα δέντρα δίνουν καρπό. Εγώ δεν θέλω το κακό σου, το ξέρεις. Μακάρι να ζήσεις ως τα εκατό και βάλε, όμως, ξέρεις ότι δύσκολα θα φτάσεις να μαζέψεις καρπούς απ' αυτό που σήμερα φυτεύεις. Παράτα τα, λοιπόν, κι έλα μαζί μου.»
«Κοίταξε, Χακίμ. Εγώ έφαγα τους χουρμάδες που φύτεψε κάποιος άλλος, κάποιος που κι αυτός ποτέ δεν ονειρεύτηκε να φάει αυτούς τους χουρμάδες. Εγώ σήμερα φυτεύω ώστε άλλοι να φάνε αύριο τους χουρμάδες που φύτεψα... Έστω κι αν είναι προς τιμήν κάποιου άγνωστου, αξίζει τον κόπο να αποτελειώσω το έργο μου.»
 «Μου έδωσες ένα σπουδαίο μάθημα, Ελιάου. Άφησε με να σου ξεπληρώσω μ' ένα πουγκί φλουριά αυτό που σήμερα με δίδαξες.» Και με τα λόγια αυτά, ο Χακίμ έβαλε στο χέρι του γέροντα ένα δερμάτινο πουγκί.
«Σ' ευχαριστώ για τα χρήματα, φίλε μου. Βλέπεις μερικές φορές τι συμβαίνει; Εσύ προέβλεπες ότι ποτέ δεν θα απολάμβανα καρπούς απ' αυτό που φύτευα. Έμοιαζε αλήθεια κι όμως, για κοίτα, ακόμα δεν τελείωσα το φύτεμα και ήδη κέρδισα ένα πουγκί  φλουριά και την ευγνωμοσύνη ενός φίλου.»
«Η σοφία σου με εκπλήσσει, γέροντα. Αυτό είναι το δεύτερο σπουδαίο μάθημα που μου δίνεις σήμερα, κι ίσως ακόμα πιο σημαντικό από το πρώτο. Άσε με, λοιπόν, να σου το πληρώσω με άλλο ένα πουγκί φλουριά.»
«Συμβαίνει κι αυτό» συνέχισε ο γέροντας, κι άπλωσε το χέρι του κοιτάζοντας τα δύο πουγκιά με τα χρήματα. «Φύτεψα χωρίς να ελπίζω σε συγκομιδή, και προτού τελειώσω το φύτεμα πήρα όχι μόνο μία συγκομιδή, αλλά δύο.»
«Φτάνει πια, γέροντα. Μη συνεχίζεις να μιλάς. Αν συνεχίσεις να με διδάσκεις, φοβάμαι ότι όλη μου η περιουσία δεν θα φτάσει για να σε πληρώσω...»

«Κατάλαβες, Ντεμιάν;» με ρώτησε ο Χοντρός.
«Όχι μόνο κατάλαβα, το έπιασα κιό

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου